Ο γιατρός, ο μεθυσμένος και το σακάκι

O άνθρωπος που μπήκε στο ιατρείο είχε πραγματικά τα κακά του χάλια…

Πρώτα απ’όλα ήταν στουπί στο μεθύσι. Έπειτα ήταν διπλωμένος στα δύο, τόσο που το σαγόνι του σχεδόν ακούμπαγε στα γόνατά του. Και τέλος βογκούσε απελπισμένα και κάθε τόσο τιναζόταν, προσπαθώντας άδικα να στήσει όρθιο το τσακισμένο του κορμί.

«Γιατρέ μου, σώσε με……..» τραύλισε και το ιατρείο μύρισε κρασίλα. «Μέχρι πριν μια ώρα ήμουνα καλά… Πώς κοψομεσιάστηκα έτσι;»

«Έλα ντε, πώς κοψομεσιάστηκες έτσι; » επανέλαβε ο γιατρός.

«Πάω το βράδυ στην ταβέρνα, » συνέχισε ο μεθυσμένος άρρωστος «και κοπανάω δυο κιλά κρασί και μετά άλλο ένα από πάνω.
Μετά πάω στην τουαλέτα και βγαίνω τσακισμένος, κοψομεσιασμένος.
Γιατί; Τι έκανα; Εγώ θυμάμαι καλά ότι δεν έκανα τίποτα.»

Ο γιατρός έσκυψε πάνω από τον πελάτη του, τον ψηλάφισε και μετά διέταξε: «Σήκω».

Ο άνθρωπος σηκώθηκε σαν τον Λάζαρο, που πετάχτηκε όρθιος μόλις του το ζήτησε ο Χριστός.

«Γιατρέ μου…..», ψέλλισε κλαίγοντας σχεδόν από τη χαρά του ο μεθυσμένος. «Με έκανες καλά. Τι είσαι συ; Τι επιστήμονα έχει η Ελλάδα!»

«Α, μπα, δεν είναι τίποτα..», έκανε με μετριοφροσύνη ο γιατρός. «Απλώς άλλη φορά άμα πηγαίνεις στην τουαλέτα, να προσέχεις να μην κουμπώνεις το σακάκι μαζί με το παντελόνι σου.»

No comments yet.

Σχολιάστε